Lookup cumulative lexical entry: التهب

  1. ἀναπέτομαι
    • ἀναπέτομαι (verb) Artem. Onirocr.
  2. ἀνάπτω
    • ἀνάπτω (verb) Ps.-Plut. Placita ἀνάπτομαι
  3. διακαίω
    • διακαίω (gerund) Arist. Meteor. διακάεσθαι
  4. διαφλέγω
    • διαφλέγω (verb) Ps.-Plut. Placita διαφλέγομαι
  5. ἐξάπτω
    • ἐξάπτω (verb) Ps.-Plut. Placita ἐξάπτομαι
  6. φλογιστός
    • φλογιστός (adj.) Arist. Meteor.
  7. φλόξ
    • φλόξ (noun) Arist. Meteor. φλόγα ποιῆσαι
The database query could not be executed.