Lookup cumulative lexical entry: جامع

  1. ἀνήρ
    • ἀνήρ (noun) Hippocr. Aer. παρὰ ἄνδρα ἀφικνεύμεναι = yuǧāmiʿahunna
  2. ἀρρητοποιέω
    • ἀρρητοποιέω (verb) Artem. Onirocr.
  3. ἀφροδισιάζω
    • ἀφροδισιάζω (gerund) Arist. Gener. anim.
    • ἀφροδισιάζω (verb) Artem. Onirocr.
  4. δέφω
    • δέφω (verb) Artem. Onirocr.
    • δέφω (verb) Artem. Onirocr.
  5. διαζεύγνυμι
    • διαζεύγνυμι (verb) Arist. Hist. anim. ǧāmaʿa ġayra
  6. καθολικός
    • καθολικός (adj.) Artem. Onirocr.
  7. καθόλου
    • καθόλου (adv.) Arist. Cael.
  8. κοινός
    • κοινός (adj.) Arist. Gener. anim. κοινῇ = qawlun ʿāmmun ǧāmiʿun
  9. λαγνεύω
    • λαγνεύω (verb) Hippocr. Genit.; Nat. puer.
    • λαγνεύω (verb) Hippocr. Genit.; Nat. puer.
    • λαγνεύω (verb) Hippocr. Superf. λαγνεύηται = ǧāmaʿahā
  10. μείγνυμι
    • μείγνυμι (verb) Arist. Gener. anim. μίγνυται ὧν ἴσοι οἱ χρόνοι καὶ ἐγγὺς αἱ κυήσεις, καὶ τὰ μεγέθη τῶν σωμάτων μὴ πολὺ διέστηκεν = ǧāmaʿat ināṯun wa-ḏukūratun ... muttafiqan bi-zamāni l-ḥamli aw-muqāriban maʿa ittifāqi iʿẓāmi l-aǧsādi allatī laysa baynahā buʿdun kaṯīrun
    • μείγνυμι (verb) Artem. Onirocr.
    • μείγνυμι (verb) Artem. Onirocr.
    • μείγνυμι (verb) Artem. Onirocr.
    • μείγνυμι (verb) Artem. Onirocr. yuǧāmiʿu aw yuḫāliṭu
    • μείγνυμι (verb) Hippocr. Genit.; Nat. puer. μίσγωνται
  11. μοιχεύω
    • μοιχεύω (verb) Arist. Hist. anim.
  12. περαίνω
    • περαίνω (verb) Artem. Onirocr.
    • περαίνω (verb) Artem. Onirocr.
  13. περιέχω
    • περιέχω (act. part.) Arist. Rhet. μὴ τοῖς περιέχουσιν ὀνόμασι λέγειν = an yakūna l-kalāma... wa-laysa bi-l-ǧāmiʿati muḥīṭati
  14. πλησιάζω
    • πλησιάζω (verb) Artem. Onirocr.
  15. προσέρχομαι
    • προσέρχομαι (verb) Artem. Onirocr.
  16. συγγίγνομαι
    • συγγίγνομαι (pass. part.) Arist. Gener. anim.
    • συγγίγνομαι (pass. part.) Arist. Gener. anim.
  17. συλλογίζω
    • συλλογίζω (verb) Arist. Metaph. naʿmila ǧawāmiʿa
  18. συλλογισμός
    • συλλογισμός (noun) Arist. Metaph.
    • συλλογισμός (noun) Arist. Metaph.
  19. συνάγω
    • συνάγω (act. part.) Proclus El. theol. τι πρὸ αὐτῶν τὸ συνάγον = al-šayʾu l-ǧāmiʿu lahā
    • συνάγω (act. part.) Proclus El. theol. τὸ συνάγον = al-šayʾu l-ǧāmiʿu lahā
  20. συναγωγός
    • συναγωγός (adj.) Porph. Isag.
  21. συνδυάζω
    • συνδυάζω (pass. part.) Arist. Gener. anim.
    • συνδυάζω (gerund) Arist. Gener. anim. συνδυάζεσθαι = yuǧāmiʿu wa yasfadu
  22. σύνειμι
    • σύνειμι (verb) Artem. Onirocr.
    • σύνειμι (verb) Artem. Onirocr.
  23. συνιζάνω
    • συνιζάνω (verb) Artem. Onirocr. yuǧāmiʿahā
  24. συνουσία
    • συνουσία (noun) Artem. Onirocr.
    • συνουσία (noun) Artem. Onirocr.
The database query could not be executed.