Lookup cumulative lexical entry: حوى

  1. ἐπιβαίνω
    • ἐπιβαίνω (verb) Ps.-Plut. Placita
  2. ἔχω
    • ἔχω (verb) Arist. Rhet.
  3. λαμβάνω
    • λαμβάνω (verb) Arist. Rhet.
  4. οριζω
    • οριζω Them. In De an.
  5. περιεκτικός
    • περιεκτικός (adj.) Porph. Isag.
  6. περιέχω
    • περιέχω (gerund) Arist. Phys. περιέχειν
    • περιέχω (verb) Artem. Onirocr.
    • περιέχω (verb) Artem. Onirocr.
    • περιέχω (verb) Porph. Isag.
    • περιέχω (verb) Porph. Isag.
    • περιέχω (verb) Porph. Isag.
    • περιέχω (verb) Porph. Isag.
    • περιέχω (verb) Porph. Isag.
    • περιέχω (verb) Porph. Isag.
    • περιέχω (verb) Porph. Isag.
    • περιέχω (verb) Porph. Isag. περιέχει, οὐ περιέχεται δέ = yaḥwī wa-lā yuḥwā
    • περιέχω (verb) Porph. Isag.
  7. χωρέω
    • χωρέω (verb) Artem. Onirocr. yaḥwī...taḥtawī
The database query could not be executed.