Lookup cumulative lexical entry: سلس

  1. ἁπλόος
    • ἁπλόος (adj.) Ps.-Arist. Virt. ἁπλοῦς τῷ ἤθει καὶ γενναίος = salasu l-qiyādi ʿazīzun
  2. διαλύω
    • διαλύω (verb) Arist. Rhet.
  3. ευπαραγωγος
    • ευπαραγωγος Them. In De an.
  4. καλός
    • καλός (adj.) Hippocr. Alim. sahlan salisan
The database query could not be executed.