Lookup cumulative lexical entry: عدا

  1. διαμαρτάνω
    • διαμαρτάνω (gerund) Hippocr. Aer. διαμαρτάνειν = yaʿdū waǧha ṣawābin
  2. εἰστρέχω
    • εἰστρέχω (verb) Artem. Onirocr. wa-ʿadā fa-daḫala
  3. ὀρέγω
    • ὀρέγω (verb) Ps.-Arist. Virt.
The database query could not be executed.