Lookup cumulative lexical entry: وقع

  1. αἰσθάνομαι
    • αἰσθάνομαι (gerund) Arist. An. post. ταῦτα δ' οὐκ ἔστιν αἰσθάνεσθαι = wa-kāna lā sabīla ilā an yaqaʿa l-iḥsāsu bi-hāḏihi
  2. ἁμαρτάνω
    • ἁμαρτάνω (pass. part.) Arist. Phys. ἐν δὲ τοῖς ἁμαρτανομένοις = wa-mā yaqaʿu fīhī l-ḫaṭaʾu
    • ἁμαρτάνω (verb) Ps.-Plut. Placita waqaʿa ḫalalun
  3. ἀναδέχομαι
    • ἀναδέχομαι (verb) Artem. Onirocr. wa-taqaʿu ʿalayhi
  4. ἀπαλλάσσω
    • ἀπαλλάσσω (verb) Ps.-Arist. Div. ἀπαλλάττει = yaqaʿu l-taḫalluṣa
  5. απαταω
    • απαταω Them. In De an.
  6. ἀποδίδωμι
    • ἀποδίδωμι (verb) Artem. Onirocr. yaqaʿu fī
  7. ἀπορέω
    • ἀπορέω (pass. part.) Arist. Phys. τὸ ἀπορούμενον = mā waqaʿa l-šakku fīhi
  8. ἀπόρημα
    • ἀπόρημα (noun) Arist. Phys. τῶν περὶ αὐτὸν ἀπορημάτων = fī l-šukūki llatī waqaʿat fīhi
  9. ἄπταιστος
    • ἄπταιστος (adj.) Nicom. Arithm. min ġayri an yaqiʿa fīhi ḫaṭāʾun
  10. ἅπτω
    • ἅπτω (verb) Artem. Onirocr. ἅπτομαι = yaqaʿu ʿalā
  11. ἀρραγής
    • ἀρραγής (adj.) Aelian. Tact. lā yaqaʿu fīhā ḫalalun
  12. βάλλω
    • βάλλω (gerund) Galen In De off. med. βάλλεσθαι
  13. γῆ
    • γῆ (noun) Artem. Onirocr. yaqayʿu ṣarīʿan
  14. γίγνομαι
    • γίγνομαι (verb) Proclus El. theol. waqaʿa taḥta l-kawni
    • γίγνομαι (verb) Proclus El. theol.
      τὸ γὰρ ὂν οὐ γίνεται ὃ ἤδη ἐστίν Proclus El. theol. 3: 4.7 = li-anna l-kawna lā yaqaʿu ʿalā aysi l-šayʾi lākin ʿalā laysi l-šayʾi 3.7
  15. γίνομαι
    • γίνομαι (verb) Artem. Onirocr.
    • γίνομαι (verb) Artem. Onirocr.
  16. διαπορέω
    • διαπορέω (pass. part.) Arist. Phys. ταῦτα μὲν οὖν ἔστω διηπορημένα = mā waqaʿa fīhi l-šakku
  17. εἰμί
    • εἰμί (verb) Arist. Int.
    • εἰμί (verb) Artem. Onirocr. yaqaʿu fī
    • εἰμί (verb) Artem. Onirocr. yaqaʿu fī
    • εἰμί (verb) Artem. Onirocr. taqaʿu fī
  18. εἰσβαίνω
    • εἰσβαίνω (verb) Artem. Onirocr. waqaʿa fīhā
  19. εἰσέρχομαι
    • εἰσέρχομαι (verb) Artem. Onirocr. yaqaʿu fī
  20. ἐλαύνω
    • ἐλαύνω (verb) Artem. Onirocr. yaqaʿūna fīhā
  21. ἐμπίπτω
    • ἐμπίπτω (verb) Arist. An. post. ἂν ἐμπίπτοιεν = qad yaqaʿu
    • ἐμπίπτω (verb) Arist. An. post. εἰ...ἐμπίπτει = in waqaʿa
    • ἐμπίπτω (verb) Arist. An. post. οὐκ ἐμπεσεῖται ἅπαν εἰς τοῦτο = fa-innahu lā yaqaʿu l-kulli fī hāḏihi
    • ἐμπίπτω (verb) Arist. An. post. ἐμπίπτει
    • ἐμπίπτω (verb) Arist. Phys.
    • ἐμπίπτω (verb) Erat. Cub. dupl.
      ἐμπεσεῖν εἰς τὸ αὐτὸ ἀπόρημα Erat. Cub. dupl. 90.2 = waqaʿū fī hāḏihī l-ḥayrati nafsihā 153.1
    • ἐμπίπτω (act. part.) Eucl. El.
    • ἐμπίπτω (act. part.) Eucl. El. waqaʿa ʿalā
    • ἐμπίπτω (act. part.) Galen In De off. med. ἐμπεσόντος = yaqaʿu ʿalā
    • ἐμπίπτω (verb) Hippocr. Genit.; Nat. puer. waqaʿa fīhā
    • ἐμπίπτω (verb) Ps.-Plut. Placita waqaʿa fī
  22. ἐνδέχομαι
    • ἐνδέχομαι (verb) Arist. Phys. ἐνδέχεται = yaǧūzu an yaqaʿa
  23. ἐνεργέω
    • ἐνεργέω (gerund) Arist. Phys. ὁτὲ μὲν ἐνεργεῖν = an yaqaʿa l-fiʿlu fī ḥālin
      ἐνδέχεται γὰρ ἕκαστον ὁτὲ μὲν ἐνεργεῖν ὁτὲ δὲ μή Arist. Phys. III 1, 201b8 = fa-inna kulla wāḥidin mina l-amrayni mumkinun aʿnī an yaqaʿa l-fiʿlu fī ḥālin wa-allā yaqaʿa fī ḥālin
  24. ἐννόημα
    • ἐννόημα (noun) Ps.-Plut. Placita ἐννοήματα ἡμετέρα = šayʾun yaqaʿu fī afkārinā wa-taḫayyulātinā
  25. ἐπιβάλλω
    • ἐπιβάλλω (pass. part.) Galen In De off. med. ἐπιβεβλημένου = yaqiʿa...ʿalā
    • ἐπιβάλλω (verb) Ps.-Plut. Placita ἐπιβάλλω c. dat. = waqaʿa fī
  26. ἐπιβολή
    • ἐπιβολή (noun) Galen In De off. med. waqaʿat ʿalā
    • ἐπιβολή (noun) Galen In De off. med.
    • ἐπιβολή (noun) Galen In De off. med. waqaʿa ʿalayhi
  27. ἐπιχειρέω
    • ἐπιχειρέω (verb) Artem. Onirocr. arāda an yaṯiba ʿalā...aw yuwaqqiʿa bihim
  28. ἔρχομαι
    • ἔρχομαι (act. part.) Arist. Gener. anim. ἅμα ἔλθωσσιν = waqaʿa maʿan
    • ἔρχομαι (gerund) Arist. Phys. ἀπὸ τύχης ἐλθεῖν = innahā waqaʿat bi-l-baḫti
  29. ἔχω
    • ἔχω (verb) Arist. Phys. ἔχει = qad taqaʿu fīhi
    • ἔχω (act. part.) Nicom. Arithm. ἔχων τμήματα ὁρᾶται = yaqaʿu fīhi l-qismatu
    • ἔχω (verb) Ps.-Plut. Placita ἔννοιαν ἔχειν = waqaʿa fī afkārin
      πόθεν ἔννοιαν ἔσχον θεοῦ ἄνθρωποι Ps.-Plut. Placita 292a20 = kayfa waqaʿa fī afkāri l-nāsi wiǧdānu llāhi ʿazza wa-ǧalla 10.8
    • ἔχω (verb) Ps.-Plut. Placita ἔννοιαν ἔχειν = waqaʿa fī afkārin
    • ἔχω (verb) Ps.-Plut. Placita ἔννοιαν ἔχειν = waqaʿa fī l-afkāri
  30. θλῖψις
    • θλῖψις (noun) Artem. Onirocr. wa-šiddatun yaqaʿūna fīhā
  31. ἵστημι
    • ἵστημι (verb) Arist. An. post. εἰ...ἵστανται = matā waqaʿat in waqafa
  32. κατακρίνω
    • κατακρίνω (verb) Artem. Onirocr. κατακρίνομαι = fa-waqaʿū...fī
  33. καταπίπτω
    • καταπίπτω (verb) Artem. Onirocr.
  34. καταρρέω
    • καταρρέω (verb) Hippocr. Genit.; Nat. puer. κατερρύη = fa-taqaʿu
  35. κινδυνεύω
    • κινδυνεύω (act. part.) Arist. Rhet. ὁ κινδυνεύων = paraphr.; allaḏī yaqaʿu fī l-šadāʾidi
  36. κολάζω
    • κολάζω (verb) Artem. Onirocr. wa-tadullu...ʿalā ʿaḏhābin yaqaʿu fīhi
  37. λαμβάνω
    • λαμβάνω (verb) Artem. Onirocr. yaqaʿu ʿalayhi
    • λαμβάνω (verb) Artem. Onirocr. waqaʿa fī
    • λαμβάνω (verb) Ps.-Plut. Placita ἔννοιαν λαμβάνειν = waqaʿa fī l-afkāri
  38. μεταδίδωμι
    • μεταδίδωμι (verb) Artem. Onirocr. yaqaʿu fī
  39. παραγίγνομαι
    • παραγίγνομαι (verb) Hippocr. Genit.; Nat. puer. taqaʿu fī
  40. παραναπίπτω
    • παραναπίπτω (verb) Artem. Onirocr.
  41. παρεμπίπτω
    • παρεμπίπτω (verb) Arist. An. post. ἀεὶ παρεμπεσεῖται = qad yaqaʿu dāʾiman
  42. πάσχω
    • πάσχω (verb) Arist. Phys. πέπονθε δὲ = wa-qad waqaʿa
  43. περιίστημι
    • περιίστημι (verb) Arist. Gener. anim. waqaʿat ḥawla
  44. περιπίπτω
    • περιπίπτω (verb) Artem. Onirocr. yaqaʿu fī
    • περιπίπτω (verb) Artem. Onirocr. fa-waqaʿa fī
    • περιπίπτω (verb) Artem. Onirocr. waqaʿa fī
    • περιπίπτω (verb) Artem. Onirocr. yaqaʿu ʿalā
  45. πίπτω
    • πίπτω (verb) Alex. An. mant. [Vis.]
    • πίπτω (verb) Arist. An. post. τοῦ Ε οὐδέποτ' ἔξω πεσεῖται = fa-innahu h' ḫāriǧun ʿan h' lā yaqaʿu wa-lā fī waqtin min al-awqāti
    • πίπτω (gerund) Arist. Gener. anim. τὸ δύο γονὰς πίπτειν = al-nuṭfatāni allaṯī taqaʿu fi-l-raḥmi
    • πίπτω (verb) Artem. Onirocr.
    • πίπτω (verb) Artem. Onirocr.
    • πίπτω (verb) Artem. Onirocr.
    • πίπτω (act. part.) Hippocr. Genit.; Nat. puer.
    • πίπτω (act. part.) Hippocr. Genit.; Nat. puer. πεσοῦσαν
    • πίπτω (act. part.) Hippocr. Genit.; Nat. puer. πεσοῦσα
    • πίπτω (verb) Ps.-Plut. Placita
  46. πλανάω
    • πλανάω (verb) Artem. Onirocr. πλανάομαι = waqaʿa l-ḫaṭaʾu fī
  47. προεπινοέω
    • προεπινοέω (verb) Porph. Isag. waqaʿa fī l-wahmi qabla
  48. προσπίπτω
    • προσπίπτω (verb) Hippocr. Genit.; Nat. puer. fa-waqaʿat
    • προσπίπτω (verb) Ps.-Plut. Placita προσπίπτω c. dat. = waqaʿa li-
  49. ῥέω
    • ῥέω (verb) Artem. Onirocr. yaǧrī wa-yaqaʿu
  50. ῥήγνυμι
    • ῥήγνυμι (verb) Artem. Onirocr. lam yaqaʿ
  51. σίνομαι
    • σίνομαι (verb) Artem. Onirocr. taqaʿu ʿalā
  52. συμβαίνω
    • συμβαίνω (verb) Arist. Int.
    • συμβαίνω (act. part.) Arist. Phys. τοῦ συμβάντος ἕνεκα = min aǧli mā waqaʿa minhā
  53. συμπίπτω
    • συμπίπτω (verb) Arist. Gener. anim. waqaʿat wa inḍammat ilā ḏātihā
    • συμπίπτω (verb) Artem. Onirocr.
    • συμπίπτω (act. part.) Artem. Onirocr. συμπῖπτον
  54. συνεμπίπτω
    • συνεμπίπτω (verb) Artem. Onirocr. al-wuqūʿu...ka-mā waqaʿa
  55. συνεπινοέω
    • συνεπινοέω (verb) Galen In De off. med. yaqaʿu fī l-wahmi
  56. συνίστημι
    • συνίστημι (verb) Nicom. Arithm. συσταίη ἄν
  57. σώζω
    • σώζω (verb) Alex. qu. I 5 [Auct.] σώζηται = kāna ...qāʾiman ġayra wāqiʿin taḥta l-fasādi
  58. τυγχάνω
    • τυγχάνω (act. part.) Eucl. El. τυχόν = kayfa mā waqaʿat
    • τυγχάνω (act. part.) Eucl. El. τυχόν = kayfa mā waqaʿat
    • τυγχάνω (act. part.) Eucl. El. τυχόν = kayfa mā waqaʿat
  59. ὑπάρχω
    • ὑπάρχω (verb) Arist. Cael. (dat.) = waqaʿa (ʿalā)
    • ὑπάρχω (gerund) Arist. Int. ὑπάρχειν
  60. ὑπομένω
    • ὑπομένω (verb) Artem. Onirocr. yaqaʿu fīhā
  61. ὑποπίπτω
    • ὑποπίπτω (verb) Artem. Onirocr. yaqaʿu fīhi
  62. φέρω
    • φέρω (verb) Artem. Onirocr. φέρομαι = taqaʿu fīhā
  63. ψευδοποιέω
    • ψευδοποιέω (verb) Ps.-Plut. Placita ἡ αἴσθησις ... ψευδοποιεῖται = wa-anna l-ḥawāssa yaqaʿu lahā l-ḫaṭaʾu
The database query could not be executed.