Lookup cumulative lexical entry: قهر

  1. ἀναγκαῖος
  2. ἀναγκαστικός
  3. ἄρχω
  4. βία
  5. βιάζομαι
  6. βίαιος
  7. ἐπιταγή
  8. ητταομαι
  9. κατακοπή
  10. κατέχω
  11. κρατέω
    • κρατέω (pass. part.) Arist. Gener. anim. τὸ μὴ κρατούμενον = allaḏī lā yaḍbuṭu wa lā yaqharu
    • κρατέω (verb) Arist. Meteor.
      γίγνεται δ᾿ ἡ φθορὰ ὅταν κρατῇ τοῦ ὁρίζοντος τὸ ὁριζόμενον Arist. Meteor. IV 1, 379a11 = wa-l-fasādu kāʾinun iḏā qahara l-ḥādda l-maḥdūdu 1091
  12. τυραννικός
The database query could not be executed.